Σάββατο 10 Μαρτίου 2012


Σφαγή 1905 - Καραβίτης
«Η Ζαγοριτσάνη είναι μεγάλο χωριό, με 300 σπίτια. Είναι πατρίς του βουλγάρου συνταγματάρχου Γιαγκώφ, που επροπαγάνδιζε την ρωσσόφιλη πολιτική εν Μακεδονία, κατά την οποία: "Η Μακεδονία διά τους Μακεδόνας". Ήτο το ρωσσικό δόγμα εις τα Βαλκάνια, που είχε σκοπό να τα μεταβάλη εις μικρά χάπια, διά να τα καταπίνη κανείς ευκολώτερα, όπως έλεγαν τότε. Ο Γιαγκώφ, όπως και πολλοί άλλοι Μακεδονόπαιδες, είχαν προσελκυσθή εις την Βουλγαρία προ πολλών ετών υπό των προνοητικών βουλγάρων (ας τους λέμε πονηρούς), οι οποίοι τους εξεπαίδευσαν διά να τους χρησιμοποιήσουν διά την προπαγάνδαν των προς εκβουλγαρισμόν της Μακεδονίας. Όπως ήτο επόμενον, κατέβαλε τούτος ιδιαιτέραν προσπάθειαν όπως εκβουλγαρίση, οργανώση και εξοπλίση το χωριό του και το κατέστησε πράγματι το φόβητρο της νοτίας πλευράς του Βιτσίου.
Επειδή οι δικοί μου ήταν πολύ κουρασμένοι, ζητώ να μου δοθή το νοτιοδυτικό μέρος του χωριού, να αφήσω 25 άνδρας υπό τον Πάτερο έξω, για απόκρουση εξωτερικής επιθέσεως, στρατού ή κομιτατζήδων και με τους υπολοίπους δέκα να ενεργήσω κρούση εις την νοτίαν άκραν του χωριού διά να αποκαλυφθούν αι κομιτατζηδικαί δυνάμεις. Ανατολικώτερον θα ελάμβαναν θέση ο Μακρής και ο Καούδης και τα λοιπά σώματα θα ενήργουν εκ του ανατολικού σημείου του χωριού.
Πριν εξημερώση καλά, ευρίσκομαι στο ακραίο σπίτι του χωριού και υποθέτω ότι θα έχη κάπου κανένα βουλγαρικό καραούλι. Φθάνω στην πόρτα και βάζω αυτί, ακούω μέσα να ανοιγοκλείνει ένα όπλο. Κοντά μου ευρίσκεται ο Μανώλης Κοπάσης και αγκαλιάζω το αριστερό του χέρι και έτσι αγκαλιασμένοι θα καταβάλουμε μεγαλυτέραν δύναμη να σπάσουμε την πόρτα με μια κλωτσιά. Με την πρώτη κλωτσιά όμως ακούεται ένα "μπαμ" από μέσα και η σφαίρα περνά από την δεξιά μου μασχάλη, την οποίαν αισθάνθηκα σαν ψύλλου τσίμπημα. Κάνω στη μια μπάντα της πόρτας εγώ, στην άλλη ο Κοπάσης και βλέπω τα μούτρα του γεμάτα αίμα. Κάποιο ξύλο παρέσυρε η σφαίρα και κτύπησε τον Κοπάση εις το μέσον των φρυδιών κι έτρεξε το αίμα. Τι διάβολο, λέγω, δίκαννο ήτο και μας πήρε και τους δυο;
Όταν με πήρε η σφαίρα, είχα κλίνει προς τα δεξιά και το σακκάκι είχε κάνει κάποια σούφρα στη μασχάλη.
Όταν στάθηκα στα ίσια και πήγε το σακκάκι στη θέση του, εφαίνετο η μία τρύπα της σφαίρας πάνω στο μαστό και η άλλη εις το βάθος της μασχάλης, δηλαδή όπως εφαίνοντο οι τρύπες έπρεπε να είχε σοβαρό διαμπερές τραύμα εις τον κορμό. Αποσύρθηκα εις την γωνία του σπιτιού και ξεκούμπωσα το σακκάκι μου να ιδώ τι είδους τραύμα ήτο αυτό που μόλις το αισθανόμουν σαν ψύλλου τσίμπημα. Και είδα ένα πέρασμα σφαίρας που αν έριχνε ο καλλίτερος σκοπευτής, δεν ημπορούσε να το επιτύχη. Διότι μόλις είχε μαυρίσει το δέρμα της μασχάλης και του βραχίονος, ωσάν να επέρασε ένα λεπτό πυρωμένο σύρμα και επροξένησε το ίδιο ανεπαίσθητο έγκαυμα και εις τα δύο μέρη. Για ιδές, λέγω με θαυμασμό και δέος, η δύναμη του Άη-Νικόλα!
Με τους πρώτους πυροβολισμούς σημαίνει και ο σαλπιγκτής και η επίθεση γενικεύεται. Καλώ τον βούλγαρο που παρ' ολίγον να με σκοτώση να βγάλη τη γυναίκα και τα παιδιά του έξω, γιατί θα βάλω φωτιά στο σπίτι, να μην καούν, αλλ' αντί απαντήσεως πυροβολεί. Βάζουμε φωτιά και εις μίαν στιγμή που έσκασε μία χειροβομβίδα, ορμά μέσα ο Βασίλης Επισκοπάκης και βγαίνει έξω πνιγμένος από τους καπνούς, αλλά τραβά μισολιποθυμισμένα τα δυό παιδάκια του βουλγάρου. Εις την δευτέραν εισβολή τραβά και τη γυναίκα. Εν τω μεταξύ ο βούλγαρος είχε σκοτωθεί. Τον Επισκοπάκη συνεχάρησαν πάντες διά τον ηρωϊσμό του, διότι με κίνδυνο να σκοτωθή από τον βούλγαρο ή να καή εις την φωτιά, εισέβαλε και έσωσε τα γυναικόπαιδα.
Εις ολίγην ώρα το χωριό μετεβλήθη εις πυροτέχνημα. Με πάταγο καταπίπτουν οι στέγες των σπιτιών για να σωριασθή η ξυλεία τους και να λαμπαδίση καλλίτερα. Όλη τη φρίκη που έχουν σκορπίσει οι βούλγαροι εναντίον των ελλήνων εις την Μακεδονίαν, επί τόσα έτη, την δοκιμάζουν τώρα εις την Ζαγοριτσάνη. Επάνω από 130 σπίτια εκάησαν και ισάριθμοι άνθρωποι εφονεύθησαν, και δεν θα έμενε τίποτε όρθιο αν δεν ενεφανίζετο ο τουρκικός στρατός της Καστοριάς.
Αμέσως ειδοποιούνται τα σώματα να υποχωρήσουν προς βορρά και προς την θέση Βούρβιτσα. Το δικό μου απόσπασμα διέταξα να ακολουθήση ανατολική κατεύθυνση προς την άκρη του χωριού και όταν ξεπεράση τα σπίτια, να τραβήξη προς βορρά και να καλυφθή εις τον καπνό. Παίρνουμε 18 αιχμαλώτους και βαδίζουμε προς τα άνω. Η πλαγιά είναι ανηφορική και γυμνή δένδρων, χωρίς εδαφικάς πτυχώσεις και ανωμαλίας προς κάλυψη και άμυνα. Όταν απομακρυνθήκαμε ολίγο από τους καπνούς, εκάθησα με τους άνδρες μου διά να κρατήσουν άμυνα έως ότου να περάση επάνω το τμήμα που είχα αφήσει καραούλι και που το ειδοποίησα να ακολουθήση από την ανατολική άκρη του χωριού βορείαν κατεύθυνση. Μετ' ολίγον φαίνονται να ανέρχωνται με μίαν άλλη καθυστερημένη ομάδα, οδηγούντες και τους 18 αιχμαλώτους. Από πίσω ανέρχεται και ο Γ. Κλαπάς και σύρει έναν παπά δεμένο με ένα σχοινάκι από τον λαιμό.
Ο Κλάπας έχει το όπλο του οριζοντίως εις τους ώμους και με το αριστερό του χέρι κρατά την άκρη του σχοινιού. Ο παπάς τον ακολουθεί. Δίπλα από εμένα κάθεται ο Θεόδωρος Κουκουλάκης, λοχίας του Πεζικού και οπλίτης του Βάρδα. Μαζί πυροβολούμε κατά των τούρκων και τους κρατούμε εις απόσταση έως ότου ανέλθουν οι άλλοι πιο πάνω. Όταν έφθασε ο Κλάπας εις την γραμμή του ύψους μας, εκ του αριστερού, τότε ο Κουκουλάκης που ήταν αριστερώτερά μου, υψώνει το όπλο και πυροβολεί τον παπά, ευθύς δε αμέσως στρέφει το όπλο προς τα κάτω, προς τη διεύθυνση δηλαδή των τούρκων και δήθεν προσέχει αν η σφαίρα επέτυχε τον τούρκο που εσημάδευσε. Ο παπάς έπεσε σαν κεραυνόπληκτος και ο κλάπας, που ανήρχετο βήμα-βήμα τον ανήφορο σκυφτός και μισοκοιμισμένος, αντελήφθη ότι το σχοινάκι του εσκάλωσε σαν το αρμίδι του ψαρά. Γυρίζει και κυττάζει τον παπά ξαπλωμένο κάτω, τινάζει το σχοινάκι, πάλι σαν ψαράς που τινάσσει το αρμίδι του όταν σκαλώση δεξιά και αριστερά, αλλά ο παπάς είναι νεκρός. Γυρίζει και μας κυττάζει και ρωτά με αγανάκτηση:
- Ποιος έπαιξε (επυροβόλησε), μωρέ, του παπά;
Ο Κουκουλάκης ξαναπυροβολεί κατά των τούρκων και αδιαφορεί διά την ερώτηση του Κλάπα.
Εγώ δεν ημπορώ να κρατήσω τα γέλια και του λέγω:
- Πάρε τώρα το σχοινάκι και τράβα πάνω, πριν φθάσουν οι τούρκοι και πάθης και συ τα ίδια.
Του έδωκα δηλαδή να καταλάβη ότι οι τούρκοι τον εσκότωσαν. Αλλά ο Κλάπας δεν πείθεται, διότι εκεί που βαδίζει κάνει το έδαφος λίγη κοιλότητα και είναι αθέατος από τους τούρκους.
Τι να κάνη τώρα, λύνει το σχοινάκι από τον λαιμό του παπά, το τυλίγει στη μέση του και κατόπιν ρίχνει και αυτός του παπά μία βολή στο στήθος σαν χαριστική και κατόπιν μουρμουρίζει: "Διάολε τσ' αποθαμένους του οπού τον εσκότωσε", μας ρίχνει μια άγρια ματιά και τραβά τον ανήφορο.
Ο Κουκουλάκης, όπως σκοπεύει πάλι προς τα κάτω, στρέφει λίγο το κεφάλι του προς εμένα και κρυφογελώντας μου λέγει:
- Δίκιο έχει ο φουκαράς. Έχασε το μανάρι του.
Όταν απομακρύνθηκαν οι άλλοι, τραβήξαμε και μεις, οι δέκα δικοί μου και κάτι άλλοι, εις τον ανήφορο, το όλον καμμιά εικοσαριά. Οι τούρκοι σκαρφαλώνουν και αυτοί σιγά-σιγά, μας ακολουθούν από τόπον εις τόπο και πυροβολούν. Ακολουθούν γραμμή αριστερώτερά μας, όπου ευρίσκουν πέτρες για προκάλυψη. Μας υποστηρίζει όμως από παραπάνω το άλλο υπό τον Πάτερο τμήμα μου. Και έτσι εφθάσαμε εις την κορυφή χωρίς σοβαράν ενόχληση. Εις την κορυφή είμεθα τώρα όλοι συγκεντρωμένοι και δεν εννοούμε να το κουνήσουμε πριν το βράδυ που θα χωρισθούμε εις διάφορα σημεία.
Οι Τούρκοι πυροβολούν από μακρυά και θα ήσαν ευχαριστημένοι αν εφεύγαμε διά να γράψουν εις την αναφοράν των ότι μας έχασαν εις το πυκνό δάσος. Δεν μπορούν να πλησιάσουν όσον τόπο φθάνει ο γκρας, διότι είναι ο ανήφορος πολύ γυμνός. Έχουν γαντζωθή εις κάτι πέτρες και από εκεί πυροβολούν. Ένας οπλίτης μου, ο Ανδρέας Βαϊλάκης ή Μπαϊλάκης ή Μπάιλος, με ειρωνική διάθεση, όπως είναι πάντοτε όλοι οι Ανωπολίται και εις τας πλέον τραγικάς στιγμάς, λέγει: "Πέστε τωνε, μωρέ, να μην πυροβολούν και βγάλουν κανενός κανένα μάτι!".
Αυτό το άκουσα να λέγεται και εις την Ήπειρο, το 1912, αλλά εδώ είχε την πηγή του και τον Γιατρό που εγνωρίσαμε εις το Ζέλοβο, που ήταν συγγενής του Μπαϊλάκη, όπως θα ιδώμεν αργότερα. Έχω και τον Παύλο Πατρό μαζί μου, ένα σωστό θηρίο εις καρδία και δύναμη. Και εδώ είναι η θέση που ελογχίσθη ο πρωτομάρτυς του Μακεδονικού Αγώνος Γ. Σεϊμένης. Εκτός, λοιπόν, του Ι. Σεϊμένη που ήταν αδελφός του, είναι και ο Πατρός πρώτος του εξάδελφος και γενικώς όλοι οι Ανωπολίται, που είναι σχεδόν οι μισοί του σώματος μου, είναι αδυσώπητοι κατά των Βουλγάρων.
Δεν χωρεί καμμιά επιείκεια. Είναι άνθρωποι που διατηρούν την εκδίκηση του αίματος από γενεάς εις γενεάν. Έπεσαν, λοιπόν, οι δυστυχείς αιχμάλωτοι εις κακά χέρια. Ούτε αρχηγοί μπορούν να τους σώσουν ούτε στρατηγοί. Το ζήτημα είναι προσωπικό του χωριού της Ανωπόλεως. Ο Πατρός διετήρει την λόγχη, ενώ οι άλλοι τις είχαν πετάξει ως περιττό βάρος και εφωδιάζοντο με μαχαίρια Τρικκαλινά. Ο Πατρός είχε και το μαχαίρι και τη λόγχη. Βάζει, λοιπόν, τη λόγχη στο γκρα και αρχίζει να λογχίζη τους αιχμαλώτους στη γραμμή.
-"Δεν τους έφερα για ανάκριση", λέγει, "η απόφαση για κάθε βούλγαρο είναι βγαλμένη, μόνο ήθελα να ποτίσουν το μνήμα του ξαδέρφου μου με το αίμα τους".
Ο Θεόδωρος Κοπάσης ζητεί ως χάρη να του επιτρέψω να σκοτώση έναν που κρατά από το χέρι. "Μόνον στα πεταχτά, του λέγω, δηλαδή θα τον πυροβολήσης στην τρεχάλα, και άμα σου φύγη, καλά κάνε με τον Πατρό". Κάμνω νεύμα εις τον βούλγαρο να φύγη τον κατήφορο, προς το χωριό, για να βγη από τον κύκλο που είχαμε σχηματίσει και να του ρίξη ο Θ. Κοπάσης. Ο βούλγαρος, που φαίνεται εγνώριζε τη γλώσσα, σαλτάρει κάτω, αλλά άμα βγήκε από τον κύκλο, τρέχει με ελιγμούς, διά να μη δίνη στόχο σταθερό. Πυροβολεί ο Κοπάσης, τίποτα, και μαζί με τον Κοπάση πενήντα άλλοι ακόμη.
Βρε, τι έκανα, λέγω, με το αστείο αυτό θα χαλάσουν οι άνδρες μου όλα τους τα φυσίγγια. Του κάκου φωνάζω και ξελαρυγγιάζομαι: "Πάψετε πυρ!". Παρακολουθούν οι σφαίρες τον βούλγαρο, τον σκονίζουν γύρω πραγματικώς σαν χαλάζι, ενώ εγώ παρακαλούσα να γλυτώση γιατί είχα αρχίσει να τον λυπάμαι για το χτυποκάρδι που θα τον είχε πιάσει. Εν τέλει έφυγε. Πάρα κάτω ήσαν οι τούρκοι στρατιώται της Καστοριάς, που προσπαθούσαν να μας πλησιάσουν χωρίς να το κατορθώνουν και χώθηκε στη γραμμή τους» [Καραβίτης, 230-237].

Σφαγή 1905 - Καούδης Απομνημονεύματα
«Εν τω μεταξύ είχαμε καταστρώσει το σχέδιον να πάμε να κτυπήσουμε τη Ζαγοριτσάνη, διότι από εκεί εγίνοντο αι εξορμήσεις των Βουλγάρων, το λέγαν δεύτερη Σόφια, και μας είχε στείλει ο Δεσπότης ένα κατάλογο διά να πιάσομε περί τους είκοσι και να τους τιμωρήσομε. Ο δεσπότης είχεν ένα που επήγαινε και έλεγε τι εγένετο στη Ζαγοριτσάνη και ποιοι είναι οι αρχηγοί και οι καπεταναίοι του χωρίου, εκείνον τον άνθρωπον - ως εμπήκαμε στη Ζαγοριτσάνη - εβγήκε και πρώτος που τον ηύρε ήτον ο Καλογεράκης και τον επήρε και του έδειχνε τα σπίτια των διαγεγραμμένων, όπου είχε ο κατάλογος που μας είχεν στείλει ο Δεσπότης, κ' εκεί, όπου τον είχε ο Καλογεράκης κοντά του και τον οδήγα, πήγε ο Κουκουλάκης και τον εσκότωσε. Ο καημένος ο Καλογεράκης τι να κάμει, ήλθεν και με βρήκε με παράπονο και μου το είπε.
Τέλος, τη δεύτερη μέρα με ειδοποίησεν ότι το βράδυ πρέπει να συγκεντρωθούμεν όλοι στο μοναστήρι κάτωθι της Κλεισούρας και μεταξύ Κομανίτσοβο και Κλεισούρας κ' έναντι του βουλγαρικού χωρίου Μπόμπεκι, το μοναστήρι ήτο μέσα σ' ένα δάσος. Ήλθεν και ο Μάλλιος με κάπου εξήντα άνδρες. Ο Βάρδας είχε τη γνώμην ότι θα γυρίσομε τα ίδια ζάλα πίσω, πράμα αδύνατον, διότι στο μεταξύ ήταν δυο χωριά βουλγαρικά, η Μπόμπεκη και η Μπόμπεκη (:Μπόμπιστα), κ' επιπλέον η Κλεισούρα που είχε ένα τάγμα στρατό και δεν ήτο δυνατόν να μη βγει να μας κόψει το δρόμο και όμως με όλας τας υποδείξεις μου ο Βάρδας επέμενε, ο Μάλλιος δεν εμίλιε, διότι πρώτη φορά που ήλθεν και δεν ήξευρε. Τέλος, διά της επιμονής του δεν εμπόρεσα να τονε πείσω και με υποχρέωσε και έστειλα τέσσερα παιδιά έναντι της Κλεισούρας εν περιπτώση γυρίζαμεν τα ίδια ζάλα και βγει στρατός από την Κλεισούρα να μασε κόψει το δρομο, να πιάσουν μάχη, να μας ευκολύνουν να γυρίσομε πίσω.
Τέλος, εκινήσαμε και επήγαμε εξημερώματα στη Ζαγοριτσάνη. Ο Μάλλιος επήγεν από το βόρειον μέρος κ' εμείς από το νότιον, αλλ' ως εφθάσαμεν στην είσοδον του χωριού να ένας χωρικός έβγαινε, τον πιάσαμε, του λέμε να μασε δείξει το σπίτι του μουχτάρη, του προέδρου δηλαδή. "Νε ζνάιμου", δεν το ξέρω. "Μωρέ δεν ξεύρεις στο χωριό σου το σπίτι του μουχτάρη; "Νε ζνάιμ". Είχαμεν οδηγό ένα που τον είχε τσομπάνο ο γούμενος του μοναστηριού στο Τσιρίλλοβο, ονόματι Χρίστος, και ήξευρε τα βουλγάρικα και του έλεγε, αλλά εκείνος εξακολουθούσε: "Νε ζνάιμ". "Ε, κερατά", τον άρχισα στο ξύλο, άρχισε τις φωνές. Απέναντι από ένα σπίτι μας άρχισαν τις τουφεκιές, αμέσως άρχισεν το κακό. Όσα σπίτια επυροβολήσανε, όλα εκαήκανε. Ως φαίνεται ήτο συμμορία κομιτατζήδων μέσα και επτά σπίτια που εκάναν αντίσταση τα έκαψαν. Έγινε μεγάλο κακό, διότι αφηνίασαν μερικοί και δεν ακούγανε. Ο Πούλακας με την παρέα του, ο Κουκουλάκης, ο Σκουντρής, όποιον ευρίσκανε τον σκότωναν, εφώναζεν ο Βάρδας, αλλά δεν τον άκουγαν.
Εγώ ήμουν κοντά στον Βάρδα διά να μην τον αφήσω να εκτίθεται, εφοβούμουν να μην σκοτωθεί. Ο Καραβίτης, αφού τον ετσίμπησε κάποια σφαίρα, εζάρωσε. Ο Μάλλιος από το βόρειον μέρος του χωριού δεν ηύρεν αντίστασιν κ' έκανε όμορφα και καλά τη δουλειά του, εμάζεψε καμίαν εικοσαριά άτομα μαζί κι ένα παπά και τους πήρε μαζί του.
Κατά τις δέκα, έντεκα η ώρα βγήκε ένας λόχος στρατού από την Καστοριά και μας έκοψε το δρόμο - που ήθελαν να γυρίσει πίσω τα ίδια ζάλα - κ' έτσι θέλοντας και μη του Βάρα επιάσαμε το προς Βορράν βουνό. Εγώ είχα τον Νίσταρη με τέσσερις άλλους άντρες στείλει και είχαν πιάσει το βουνό προς Τσερέσιντζα, το δυτικό μέρος, μη τυχόν βγουν από κει Βούλγαροι τίποτα ή στρατός να μασε κτυπήσει, και αναγκάστηκα και τον επερίμενα στην άκρη του χωριού ως που ήλθεν. Κ' επολέμουν με τον στρατόν, διότι όλον κ' επροχώρει. Ανεβήκαμε, το βουνό πλιο πάνω έκανε ίσχιωμα, και είχαν μαζευτεί εκεί και του Μάλλιου το σώμα με τους αιχμαλώτους του. Εκεί πάλι έγινε άσχημο μακελειό. Ήτον καμία εικοσαριά - εκεί, λέει, είχαν σκοτώσει τον Σεϊμένη πριν οι Βούλγαροι - ένας συγγενής του Σεϊμένη έβαλε τη λόγχη στο όπλο και τους ελόγχισεν όλους. Ένας έφυγε τον κατήφορο και τον ρίξαμε κάμποσες τουφεκιές, αλλά δεν έπεσεν, μόνο που έφτασε στο στρατό» [Καούδης, 96-99].

Σφαγή 1905 - Επιστολή Καούδη
Απόσπασμα επιστολής της 10.10.1931 του Θύμιου Καούδη προς τον Γιώργο Τσόντο-Βάρδα:
«... Στην επίθεση της Ζαγορίτσανης ήμουν μαζί και μάλιστα τη νύκτα εκείνη στο μοναστήρι όπου εκινήσαμε είχα διαφωνήσει μαζί σου διότι εγώ εθεώρουν αδύνατον να υποχωρήσουμε στο ίδιο μέρος, υποδύκνεια το βουνό όπου επιάσαμε στο τέλος θέλοντας και μη διότι ήλθε ο στρατός από κάτω και μας έκοψε την υποχώρηση προς εκεί αλλά αφού επέμεινες έστειλα το Σαμανίκα με τέσσερα άλλα παιδιά και κρατούσαν το βουνό το προς νότον της Κλεισούρας δια να παρεμποδίσουν το στρατό της Κλεισούρας, τον δε Νίσταρη με τρία άλλα παιδιά στείλαμε από το μέρος της Φλωρίνης ή Τσερέσνιτζας και μάλιστα όταν κάμαμε σινιάλο να φύγει, επετέθη των Τούρκων προς τον Κάμπο και έπειτα ήλθε από πίσω μας και μάλιστα εγώ τον επερίμενα και ήλθαμε τελευταίοι εκεί όπου έβαλες τον Γιατρό και ελόχισεν εκείνους που είχε φέρει ο Μάλλιος. Εγώ δε εκείνη την ημέρα ήμουν πάντοτε κοντά σου και μάλιστα μια στιγμή όταν καταγίνονταν να χαλάσουν ένα σπίτι πέτρινο καινούργιο με επέπληξες διότι σου είπα να προφυλάγεσαι, μα είναι άλλοι άνδρες καλύτεροι από εμάς και μαζί χτυπήσαμε και μας άνοιξαν το πρώτο σπίτι και αν δεν απότομα, τον πρώτο εκείνο που μας άνοιξε, χαστούκιζε ο Στέφος, διότι του ζήταγε να μας δείξει κάποιο σπίτι, μα δε θυμάμαι, νομίζω του παπά και σου είπε ότι δεν ξεύρει» [Αρχείο Βάρδα, φακ. 6].

Σφαγή 1905 - Ράπτης
«Ο Πούλακας, ο Καραβίτης, ο Μακρής, ο Νικολούδης, ο Σκαλίδης, ο γέρων Γκούτας και όλοι οι εκδικηταί δεν γνωρίζουν πλέον τι πράττουν».
«Έσκουζον και ωλόλυζον και εις τας πεντακοσίας οικίας του χωρίου. Η προ μιας ώρας ειρηναία σιγή μετεβλήθη εις κραυγάς παραφρονησάντων ανθρώπων. Εζήτουν σωτηρίαν και δεν εύρισκον. Η φυγή ήτο αδύνατος, ο οίκτος είχεν εκλείψει ολοτελώς. Η τελεία απελπισία».
«Από δέκα εξ ετών και επάνω να μη μείνη κανείς ζωντανός. Αυτή ήτον η εντολή»
«Η Ζαγορίτσανη είχε μεταβληθή εις φρενοκομείον μανιακών».
«Χορτάσαμε την ημέραν αυτήν να σφάζωμεν(από ημερολόγιό ενός άντρα του Πούλακα)».
«Θυμάμαι πως περνάγαμε τους δρόμους του χωριού για να φύγουμε και σε κάθε δρόμο εύρισκες 8-10 πτώματα γυναίκες και παιδιά να μοιρολογούνε (Ηλίας Καπετανάκης)» [Ράπτης, 333, 334, 338, 343].

Σφαγή 1905 - Κλειδής
«Έφευγε το φως. Μια φωτιά για διακόσιους στης παγωνιάς το ξενύχτι. 24/3.
Κινήσαν ξημέρωμα με σκυμμένα τα μούτρα μην ανταμώνουν στον αέρα. Η τελευταία εικόνα της μέρας, μια φέτα της άσπρης παγωμένης λίμνης. Μόλις νύχτωσε άρχισαν την τελευταία τρεχάλα που σταμάτησε στην κορφή. Σύρθηκαν απλωμένοι σ' όλο το μήκος κι είδαν κάτω τα φώτα της Ζαγορίτσανης. Το τελευταίο φως της ζωής της. Όλη τη νύχτα έμειναν ξαπλωμένοι, ακίνητοι να κοιτούν. Μια παγωμένη, απόλυτη ησυχία. Δεν ήταν κόλαση. Μούγκρισε ένα μοσχάρι, γάβγισε σκύλος. Δεν ήταν η κόλαση αλλά η πόρτα της. 25/3. Μια απότομη πλαγιά, τρεις λόφοι, μετά μια χαράδρα μικρή και στενή κι ύστερα κάμπος. Το χωριό ήταν πολύ μεγάλο. Οι δρόμοι του φαρδιοί, τα σπίτια μεγάλα και δίπατα τα πιο πολλά, στο βάθος της Καστοριάς η λίμνη γυάλιζε άσπρη.
- Σα σήμερα αδέλφια. Η μέρα της επανάστασης. Ζήτω η ελληνική Μακεδονία.
Χίλια μέτρα απ' την κορφή ως το πρώτο σπίτι. Δασωμένη πολύ απότομη πλαγιά. Οι τρεις λόφοι ήταν στην ίδια γραμμή, σε μήκος οκτακόσια μέτρα ως τη χαράδρα. Όσοι τους κράταγαν έπρεπε να κινούνται πολύ γρήγορα για να μην περάσει κανείς. Χίλια μέτρα. Γρήγορα. Στο Νότιο και Δυτικό οι εξαντλημένοι του Δούκα και του Καραβίτη. Στο ύψωμα μείνανε οχτώ. Γνώριζε μόνο το Λιάπη και τον Καούδη. Μάουζερ, σφαίρες, μπόμπες. Του Γιαγκώφ και του Τσακαλάρωφ το χωριό. Των τριών παιδιών που πιάσανε στην ίδια κορφή το καλοκαίρι. 3 η ώρα κι όμως όλα φαίνονταν καθαρά. 4. Ένας του Δούκα σάλπισε να τους νομίσουν τούρκικο στρατό και να κρύψουν αντί να βγάλουν τα όπλα. Να μπει πανικός. Σάλπισαν θάνατο και σηκώθηκαν.
Το χιόνι έπεφτε ψιθυριστά, χοντρό κι αραιό. Πεντακόσια σπίτια, δυο χιλιάδες άνθρωποι κυκλωμένοι απ' τις σκεπές ως το χιόνι. Το πρώτο σπίτι τινάχτηκε στις φλόγες απ' το Μακρή. Μετά ένα-ένα στη σειρά, η νύχτα έγινε φωτεινότερη από μέρα. Το ουρλιαχτό της Ζαγορίτσανης άργησε πολύ. Σηκώθηκε μαζεμένο, απελπισμένο και τέλος τρελό. Ήταν πάρα πολλοί οι αντάρτες. Φάνηκαν αμέσως απ' το πόσο γρήγορα κινήθηκαν όταν κατάλαβαν, πιάσανε στέγες και παράθυρα και ρίχνανε σφαίρες και μπόμπες. Καθήλωσαν κιόλας τους λίγους του Κουκουλάκη δεξιά στο νεκροταφείο και όρμησαν σε μεγάλη ομάδα προς το ύψωμα. Κανείς δεν το έφθασε. Κράτησε τα μάτια στο στόχαστρο. Το ύψωμα ήταν στο σκοτάδι κι οι άλλοι στο φως. Ο τελευταίος έφθασε μέχρι πενήντα μέτρα. Ήταν ολόγυμνος στ’ απανωκόρμι, τεράστιος, νέος, μαλλιά ως τις πλάτες μακριά. Έπεσε η γυναίκα στο πτώμα του και σηκώθη ευθύς. Όλα γύρω της ήταν κόκκινα κιόλας. Έσκισε το πανί απ’ το στήθος της και τα παχιά βυζιά της φωτίστηκαν απ’ τις φλόγες.
- Μπράτες με νία. Αδέλφια μας μωρές. Μη μας καίτε.
Η μπάλα του δίπλα του Μακεδόνα τη βρήκε στο στόμα.
Στο στενό ίσια μπροστά τους το σπίτι καιγόντανε. Γυναίκα με μωρό πήδηξε απ’ το πάνω παράθυρο και το χιόνι κάτω της ήταν φτιαρισμένο, ούτε μισού μέτρου πάχους. Της έφυγε στο τελευταίο πριν το χιόνι μέτρο κι έπεσε από πάνω του. Στο δίπλα ο γέρος βγήκε με μπόγο στην πλάτη. Ο Γκούντας τον σπάθισε, ο μπόγος άνοιξε και τ’ αγόρι γδυτό και μισοκομμένο έκανε μισό βήμα. Δε θα μάθαινε ποτέ να βαδίζει σωστά.
- Ριξ' του Καούδη.
Ο Λιάπης κατέβασε αργά το μάουζερ και το έσωσε χωρίς να σκοπεύσει. Ούρλιαξε και χούφτωσε το Λιάπη να πυροβολήσει στα μάτια του. Του 'κλεισε εκείνος το κεφάλι στις παλάμες και του 'ρίξε πρώτος.
Ο Δούκας του Ζέλενιτς πήρε τ' απέναντι σπίτια της μεγάλης εκκλησίας. Ο πρώτος που του βγήκε ήταν σα γίγαντας, ακόμα ψηλότερος κι απ' τον Δούκα αλλά ο Σερραίος τον έσυρε σαν κόκορα. Έφθασε εκεί ο Κουκουλάκης.
- Που τον πας μωρέ;
- Αιχμάλωτο.
Ο Κουκουλάκης τίναξε τα μυαλά του αιχμάλωτου κι έδειξε στο Δούκα το ύψωμα τους. Κατέβηκε αργά. Τα φαρδιά στενά σχίζανε όλο το χωριό. Όλα τους αναμμένα. Πέρασε τη μεγάλη εκκλησία και κατηφόρισε το μεγάλο δρόμο. Στην άκρη ο γέρος με μεσοφόρι και σκούρο σκούφο κρατούσε κασέλα.
- Είμαι Εβραίος γραικοί. Δεν φταίω. Αφήστε με.
Το σπίτι ήταν κιόλας στις φλόγες. Μια μπάλα από κάπου σταμάτησε στο στήθος του. Βγήκε ξοπίσω το παιδί κι έμεινε πάνω απ’ το πτώμα όρθιο, έπειτα γέλασε δυνατά και τρελό πια άρχισε να χορεύει το νεκρό πατέρα γύρω.
- Κανείς μωρές; Ρίχτε του ένας.
Δεν άκουγε κανέναν κανείς. Πάνω απ’ τις μπόμπες, τις σφαίρες και τα ουρλιαχτά υψώθηκε μόνο η φωνή του Τσόντου. Τόσο δυνατή που την άκουσε η μισή Ζαγορίτσανη.
- Από δεκάξι και πάνω κανείς ζωντανός.
- Μάικο' μ.
Το παιδί βγήκε απ' τις φλόγες με αναμμένη την πλάτη. Το θάψανε στο χιόνι δυο δικοί και το σήκωσαν. Κουνιόταν. Ούρλιαξε - μάνα κι ο δικός του στήριξε το μπιστόλι.
- Άντε στου Καλογεράκη.
Κι ο Καούδης είχε κατέβει απ' το ύψωμα. Του 'δειξε προς τα κει που οι δρόμοι τέλειωναν και σχηματίζονταν σαν πλατεία. Ο Γιάννης Καλογεράκης πανύψηλος, φαρδύς, με τη μακριά γενειάδα ν' ανεμίζει, μάζευε κει ανήμπορους δυο-δυο μες στις μασχάλες, αψηφώντας του Βάρδα και της νυχτιάς κάθε κίνδυνο. Στο χιόνι δεν του γλιστρούσαν όπως στα σανίδια του Ζέλενιτς. Στο πρώτο βήμα η σφαίρα σφύριξε στ' αυτί κι έπεσε. Η δεύτερη πήρε ξώφαλτσα τον Καλογεράκη που άφησε το γέρο κι έπιασε το μπράτσο του. Έριξε πριν ακόμα δει στο παράθυρο. Ήταν στα δεκάξι αλλά τους είχε στο φως των πυρκαγιών. Δεν το πέτυχε παρά μόνο στην τέταρτη. Το είδε να πετά το όπλο ψηλά και να τινάζει τα μπράτσα σα να παραδίνεται και την επόμενη στιγμή να βουτά απ' το παράθυρο αργά. Μέρα. Είδε τις στέγες γεμάτες εχθρούς. Αν όλοι είχαν κάνει ό,τι αυτός κι είχαν αφήσει το ύψωμα, θα έπαιρναν στο λαιμό τους ζωές συντρόφων. Μόνο από το ύψωμα είχαν ορατότητα να τους κατεβάσουν από τις στέγες.
Η στέγη έπεφτε αλλά το σπίτι ήταν το τελευταίο, τον κάμπο πίσω του δεν έπρεπε να τον φτάσει κανείς ζωντανός. Ένας πετάχτηκε απ' την πόρτα. Η πλάτη του είχε φωτιές.
- Γκούντα προδότη.
Τον πρόλαβε ο Πλατής με το γιαταγάνι. Κύλησε ως τη βρύση το βουλγάρικο κεφάλι. Στράφηκε γρήγορα με πολλούς στο απέναντι στενό. Στο μεγάλο σπίτι όποιος σίμωνε, οι μέσα πέταγαν μπόμπα. Καθήλωσαν το Δούκα, τον Κουκουλάκη, το Σκαλίδη, ο Βάρδας ήταν πολύ πιο κοντά και θα 'τρωγε την επόμενη μπόμπα στο κεφάλι. Κολλημένος στο χιόνι κι ο Καραβίτης, αιμορραγούσε ο Γαλλιανός. Νικολούδης, Πούλακος, Πάτερος, δεν μπορούσαν να σηκώσουν ούτε το κεφάλι. Όρμησε με τον Καούδη πίσω του, από μέσα δε φαίνονταν κανείς. Κάποιο χέρι όλο και πέταγε μπόμπα. Ούτε να τους βγάλουν, ούτε να μπουν, ούτε να φύγουν, έσκασε μία δίπλα του και τον σκέπασε όλον το χιόνι της. Είδαν όλοι μαζί πως έπρεπε ένας να θυσιασθεί, μόλις του πέταγαν, να μπαίναν οι υπόλοιποι. Σηκώθηκαν όλοι μαζί και όρμησαν, την είδε να έρχεται και στον αέρα διπλώθηκε, απλώθηκε και βούτηξε προς την πόρτα. Μπήκε πρώτος ο Νικολούδης. Όλοι μέσα.
Είχαν ανεβεί στο ταβάνι και τους έριξαν από κει χωρίς να βλέπουν. Ήταν τόσο σωστά οι κάτω κολλημένοι στους τοίχους, που δεν πέτυχαν κανέναν. Τέντωσαν τα μπράτσα όλοι μαζί και στο ταβάνι ακούστηκαν βογκητά. Νικολούδης, Καραβίτης, Πούλακας πέρασαν τα μαχαίρια στο στόμα και σκαρφάλωσαν απ' τη σκάλα. Βγήκαν οι υπόλοιποι. Στο άλλο στενό αγκαλιάστηκε με τον Σκουντρή. Κράταγε μόνο μαχαίρι. Το Σεπτέμβρη τον είχαν κάψει ζωντανό.
- Δέκα Κλειδή. Μου μένουν σαράντα.
Ο Καλογεράκης πάλευε ακόμα μόνος στους δρόμους. Η πλατεία είχε γεμίσει γέρους, τραυματίες, γυναίκες. Κοντά στο Γιάννη φθάσανε δέκα μαζί δικοί. Στο παράθυρο φώναζαν γυναίκες.
- Μπράτες. Μπράτες.
Οι άντρες από μέσα δε βγαίνανε. Οι δέκα πέταξαν κιόλας τη φωτιά. Δε δίστασε ο Καλογεράκης ούτε κάτω από το παράθυρο.
- Βγάλτε μωρά και γυναίκες μωρές. Δεν τα πειράζουμε. Βγάλτε τα έξω.
Δε βγήκε κανείς κι οι φλόγες πια φθάσαν στον ουρανό, στις ανταύγεις τους σβόλοι το χιόνι, μικροί σαν παιχνίδια παιδιού,
- Βγήτεεε...
Στην πόρτα της φωτιάς, ο Γιάννης όρμησε. Του κλώτσησε το πόδι και τον καβάλησε στις πλάτες. Όλο το σπίτι έπεσε. Έμεινε ακόμα μια στιγμή και γύρισε στο ύψωμα. Ρίχνανε πάλι όσους περπάταγαν στο χιόνι. Πάσχιζαν οι Μακεδόνες να φανούν αντάξιοι. Ήταν νέοι. Τότε ακούστηκε.
Στα βόρεια του χωριού πιάνουν οχτώ και ζητούν να τους δείξουν ακριβώς τα σπίτια που υπάρχουν οι ένοπλοι. Αρνούνται και εκτελούνται. Τότε διέταξε ο Γ. Τσόντος.
- Κάψτε τα όλα.
Η ομίχλη πυκνή, έκρυβε και το λίγο φως της μέρας. Στο ύψωμα φέρανε τραυματίες. Ο Καραβίτης είχε αίμα στη μέση και τη Μασχάλη. Τους βλαστήμαγε. Τους το 'σκασε και γύρισε πίσω. Γρήγορα ήρθε το κουτί με τα φάρμακα της Αθήνας, αλλά μόλις τα δάχτυλα άφηναν το καυτό κοντάκι, πάγωναν αμέσως. Ο γιος του Γκούντα σπάθισε το κεφάλι παπά και το πέταξε στη φωτιά. Το μισό χωριό ήταν κιόλας στις φλόγες. Μπήκαν από την πόρτα και πέσαν στα πόδια τους τρεις γυναίκες και δώδεκα παιδιά. Ψάξανε όμως και σύραν έξω δύο. Τον ένα τον αναγνώρισε Μακεδόνας. Φώναξε,
 - Όχι αιχμάλωτο. Τον γνωρίζω. Σφάξτε τον.
Πέσαν στο πάτωμα οι γυναίκες και τα παιδιά, ένα πήδαγε γδυτό απ’ τη μέση και κάτω, ξυλιασμένο, βύζαινε το δάκτυλο με μανία κι όπως χοροπηδούσε τον κοίταζε. Χάμω ασπροκόκκινο σεντόνι και το τραπέζι έσκασε από ψηλά δίπλα τους. Γύρισε πάλι στο ύψωμα. Πονούσε αλλά δεν αιμορραγούσε στο τόσο κρύο. Κινήθηκαν για να συμπτυχθούν προς τις τρεις κορφές της Ζαγορίτσανης, καρούλι φώναξε πως απ' της Κλεισούρας τη μεριά φάνηκαν φέσια κι αν κάνουν και πως βγαίνουν κι αυτοί της Καστοριάς, θα γίνουν οι Τούρκοι τρεις χιλιάδες. Η πείνα, το κρύο, η νύστα, είχαν γίνει όλα μαζί μια ζάλη που κούναγε το κορμί. Κοίταξε κάτω τελευταία φορά. Όλα είχαν τελειώσει. Κόκορας ψυχομαχούσε και πετάγονταν, τίναζε το λαιμό, ένας τον πάτησε βαθιά στο χιόνι. Ενώθηκαν και μετριόντουσαν. Έσπιν, Ψιλάκης, Μανωλαράκης, Γρύλος, Ταγκρούλιας, Κουτάκης, Καπαρός, Μπονάτσος. Όλοι εντάξει. Κάποιους ο σύντροφος τους άφησε να του φύγουν.
Φθάσανε στο ύψωμα όλοι. Η μπόμπα η τελευταία έπεσε στην πλατεία ανάμεσα στους κόπους του Γιάννη Καλογεράκη. Ούρλιαξε ο δράστης. Το είδε πολύ αργά. Το τελευταίο κεφάλι στο χιόνι. Έτσι σκότωναν οι Μακεδόνες, Είπε ο Ηλίας.
- Παναγία μου. Πρώτη φορά είδα τέτοιο αποκεφαλισμό.
Τους είπαν στο τελευταίο πριν τα υψώματα σπίτι
- Τους λύκους μωρές σπλαχνίζεστε; αν ζήσουν θα φάνε τα πρόβατα. Όσους αφήσατε, μαχαίρι στην καρδιά σας.
Τρέχαν μαζί αιχμάλωτοι είκοσι εφτά. Οι Τούρκοι τους φθάσανε στο χωριό κι ο Βάρδας έστειλε Μακεδόνες να τους κρατήσουν, κίνησε και τους διακόσιους ανάμεσα στους δυο εχθρούς, τους μάζεψε στα τελευταία πίσω βήματα σωστά και κλείσανε όπως ο κύκλος στο χορό. Σε μια ώρα σκαρφάλωσαν και βρέθηκαν στην ίδια της νύχτας τους κορφή δεξιά. Εκεί ψηλά, μακριά απ' της μάχης τη φωτιά, χωρίς τη ζέστη της πια, στο κρύο έμειναν λίγοι όρθιοι. Το αίμα και ο ιδρώτας έκαναν μια κρούστα πάγου που τα δάχτυλα δεν την έσπαγαν. Είχαν κι αυτά ξυλιάσει. Από το πως πάγωνε το σάλιο και η ανάσα, είχαν μάθει τους βαθμούς να μετρούν κι αν τούτη της πείρας η κλίμακα ήταν σωστή, ναι. Ήταν μείον σαράντα. Κοίταξε κάτω τις φωτιές και μπρος τις άσπρες σαν κύματα κορφές και πάγωσε κι άλλο. Φέρανε τους είκοσι επτά μπροστά στον Βάρδα. Ο πρώτος παπάς. Ήταν κιόλας στην κόλαση όλοι.
- Γιατί γίνατε Βούλγαροι μωρές;
- Έλληνες Βάρδα ως το Ίλιντεν. Σαν τότε μας κάψαν οι Τούρκοι, δυο μείνανε δρόμοι. Δεν τον πήραμε μεις. Μας βάλανε μέσα.
- Γιατί δεν βγήκατε;
- Γιατί 'ρθατε μόνον σήμερα. Του Ευαγγελισμού. Αργήσατε Βάρδα. Σε πρόλαβαν.
Στον κατήφορο της πλαγιάς τους ρίξανε. Ο παπάς σηκώθηκε παραπατώντας ο Γκούντας του ξανάριξε μα ο παπάς δεν ξανάπεσε, κινήθηκε προς τον Γκούντα με χέρια ανοιχτά, τέσσερις σφαίρες κι όμως προχώραγε με μάτια γουρλωμένα να πνίξει, έφτασε τον Γκούντα κι έγειρε πάνω του». [Κλειδής, σ. 209-215].

Σφαγή 1905 - Brailsford
«Υπάρχουν ελάχιστα βουλγαρικά χωριά στις αμφισβητούμενες κεντρικές περιοχές που δεν τα επισκέφτηκε κάποια ελληνική συμμορία δίχως να αφήσει πίσω της δυο και τρία ή δέκα και δώδεκα πτώματα σχισματικών, που θυσιάστηκαν στη διάρκεια της τελετής του προσηλυτισμού. Το chef d'oeuvre αυτής της ελληνικής εκστρατείας επιτεύχθηκε στη Ζαγκορίτσανη, ένα μεγάλο βουλγαρικό χωριό κοντά στην Κλεισούρα, το οποίο, όπως το Μόκρενι, έπαιζε ηγετικό ρόλο στην εξέγερση του 1903 και όπως το Μόκρενι κάηκε από τους Τούρκους. Μια ελληνική συμμορία, η οποία λέγεται ότι πρέπει να αριθμούσε πάνω από διακόσιους άνδρες υπό την ηγεσία τριών Ελλήνων ένστολων αξιωματικών, το αιφνιδίασε κατά τη διάρκεια της νύχτας (6-7 Απριλίου 1905 / νέα ημερομηνία) χρησιμοποιώντας σαλπίσματα, τα οποία έκαναν τους κατοίκους να υποθέσουν ότι τουρκικός στρατός έκανε γυμνάσια στην περιοχή. Έκαψε δέκα σπίτια και είκοσι οκτώ παραπήγματα, που είχαν οικοδομηθεί καταμεσής των ερειπίων της τελευταίας μεγάλης πυρκαγιάς. Τραυμάτισε επτά άτομα και σκότωσε όχι λιγότερα από εξήντα, ανάμεσά τους επτά γυναίκες, είκοσι δύο άτομα πάνω από εξήντα χρονών και πέντε παιδιά κάτω των δεκαπέντε. Υπήρχε σημαντικός όγκος στοιχείων που έδειχναν ότι οι τοπικές τουρκικές αρχές είχαν μυηθεί σ’ αυτή τη σφαγή, ενώ ορισμένες συμπτώσεις φαίνεται να ενοχοποιούν τον αρχιεπίσκοπο της Καστοριάς. Είναι εντελώς σαφές ότι κανενός είδους σύγκρουση ή πρόκληση δεν προηγήθηκε αυτού που ήταν απλά μια σκόπιμη σφαγή. Ο μόνος λόγος επιλογής της Ζαγκορίτσανης ήταν το γεγονός ότι είναι ένα ένθερμο πατριωτικό κέντρο των Βουλγάρων και δεν είχε υπακούσει στα κελεύσματα του Έλληνα αρχιεπισκόπου να επιστρέψουν στο πατριαρχικό μαντρί» [Brailsford, 254-255].

Σφαγή 1905 - Σόνισεν
«Εδώ στην Καστοριά, καθώς και στην Έδεσσα, οι προσπάθειες της ελληνικής Εκκλησίας να καταπιέσει το επαναστατικό κίνημα ήταν εντυπωσιακές. Κατά τη διάρκεια της εξέγερσης, οι Έλληνες παπάδες, συνοδευόμενοι από τον τουρκικό στρατό, εξαπέλυαν σωφρονιστικές επιχειρήσεις καίγοντας τα χωριά και εκτελώντας τους άντρες. Γι αυτόν ακριβώς το λόγο, οι άνθρωποι εδώ ήταν εξαιρετικά δυσαρεστημένοι με την ελληνική Εκκλησία. Σε αυτή την περιοχή άλλωστε ανήκε και το χωριό που έγινε γνωστό για τα πιο αποτρόπαια εγκλήματα της πρόσφατης ιστορίας της Μακεδονίας, γνωστό ακόμη και στους Ευρωπαίους ως Ζαγοριτσάνη. Εκεί λοιπόν οι παπάδες δωροδόκησαν έναν Τούρκο αξιωματικό να ερευνήσει εξονυχιστικά το χωριό. Οι χωρικοί φοβήθηκαν και έκρυψαν τον οπλισμό τους, ώστε να μην μπορούν να τον βρουν, άμεσα τουλάχιστον. Μετά απ' αυτό, ένα σημείωμα στάλθηκε στους γεροντότερους του χωριού, που το υπέγραφε τάχα "ένας φίλος" και τους προειδοποιούσε ότι θα υπάρξει κι άλλη έρευνα μέσα σε λίγες ημέρες, και μάλιστα αυστηρότερη. Οι πιο πολλοί χωρικοί έθαψαν τα όπλα τους.
Τη συγκεκριμένη ημερομηνία όλοι οι χωρικοί βρίσκονταν στην εκκλησία, άκουσαν σάλπιγγα και είδαν κάποιους οπλισμένους να πλησιάζουν, πίστεψαν ότι η προειδοποίηση ήταν αληθινή και ότι ο στρατός είχε έρθει για έρευνα.
Ξαφνικά ένα πυροβόλο ακούστηκε, οι σφαίρες θρυμμάτισαν τα παράθυρα της εκκλησίας και δώδεκα άνθρωποι από το εκκλησίασμα έπεσαν νεκροί. Οι πιστοί άρχισαν να τρέχουν σαν τρελοί από το φόβο τους και καθώς προσπαθούσαν να βγουν έξω, βρέθηκαν περικυκλωμένοι από εκατό στρατιώτες από τους οποίους μερικοί φορούσαν ελληνική στολή και τρεις από τους επικεφαλής ήταν έλληνες αξιωματικοί.
Συνολικά, εξήντα από τους κατοίκους της Ζαγοριτσάνης θανατώθηκαν, και μάλιστα πέντε ήταν παιδιά κάτω των δεκαπέντε, εφτά ήταν γυναίκες, από τις οποίες οι δυο σε προχωρημένη εγκυμοσύνη. Από την εποχή της εξέγερσης (: Ίλιντεν) λίγα ήταν τα σπίτια που είχαν μείνει άθικτα, δέκα δε από αυτά τα έκαψαν μαζί με οχτώ αχυρώνες. Όλα έγιναν μέρα και αρκετά κοντά σε έναν μεγάλο σταθμό χωροφυλακής απ’ όπου μπορούσε να ακουστεί κάθε πυροβολισμός. Και όλα αυτά στο όνομα του Χριστού από τους εκπροσώπους της εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης, στους οποίους συχνά οι Ευρωπαίοι πρόσφεραν υποστήριξη και συμβουλές όταν αφουγκράζονταν "τη θέληση του λαού"» [Σόνισεν, 209-210].

Σφαγή 1905 - Λεβίδης
Τηλεγράφημα του πρόξενου Μοναστηρίου Σ. Λεβίδη προς το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών στις 28 Μαρτίου 1905:
«Βάρδας ενισχυθείς, ηγούμενος 100 ανδρών, επετέθη 25 Μαρτίου Ζαγοριτσάνης, ένθα, ως λέγεται, υπήρχον κομίται. Κάτοικοι ωπλισμένοι αντέστησαν. Ημέτεροι κατηγανακτησμένοι εξ εμπρησμού τριών ημετέρων μονών εφόνευσαν υπέρ 50 κατοίκους, καύσαντες είτα πολλάς οικίας απεχώρησαν. Στρατιωτικόν απόσπασμα ετράπη εις καταδίωξιν, ημέτεροι εδήλωσαν διά σημείων ταυτότητά των, αποσπάσματος εξακολουθούντος προχωρή, ημέτεροι επυροβόλησαν, φονευθέντων δύο στρατιωτών καταδίωξις ανεκόπη.
Είδησις προυξένησε βαθείαν και οδυνηράν εντύπωσιν ενταύθα Αρχαίς. Βαλής είπε σήμερον εμπιστευτικώς ημετέρω διερμηνεί ενώπιον στρατηγού Χαδή πασσά επινεύσαντος ότι, αν ημέτερα σώματα περιωρίζοντο εξόντωσιν Βουλγαρικών συμμοριών Τουρκία θα ήτο ευχαριστημένη, αλλά τοιαύται σφαγαί ανόητοι προκαλούσαι αγανάκτησιν πάντων περιάγουσιν αυτήν εις δύσκολον θέσιν. Πρόξενος Ρωσσίας και Αυστρίας μεταβαίνουσιν αύριον πρωί επί τόπου, ελθόντες σήμερον Προξενείον εποίησαν ταυτόσημον δήλωσιν κυρίω Κοντογούρη, εμού απουσιάζοντος, ότι αποφάσει Πολιτικών Παρέδρων κατόπιν τελευταίων αποπειρών εν Μοναστηρίω ένοχοι τοιούτων ενεργειών θα δικασθώσιν υπό εκτάκτου ποινικού δικαστηρίου και αυστηρώς τιμωρηθώσι. Παρεκάλεσαν δε Ελληνικόν Προξενείον μεταχειρισθή επιρροήν επί Ελληνικού στοιχείου πόλεως προς πρόληψιν επαναλήψεως ομοίων κακουργημάτων, κύριος Κοντογούρης απήντησεν ότι Προξενείον μετά αγανακτήσεως καταδικάζον τοιαύτας πράξεις και αγνοούν εντελώς αν ως είπε Ρώσσος Πρόξενος υπάρχει ενταύθα τοπική οργάνωσις αδυνατεί αναλάβη ευθύνην περί παρεμποδίσεως πράξεων ων δράσται είναι αυτώ πάντες άγνωστοι, αλλ' ότι εν γένει ως μέχρι τούδε θα εξακολουθήση να χρησιμοποιεί πάσαν επιρροήν αυτού προς κατευνασμόν υφισταμένης φυλετικής έχθρας» [Προξενείο Μοναστηρίου, έγγραφο 1142, 28.3.1905].

Σφαγή 1905 - Προξενείο Αυστρουγγαρίας
Έγγραφο 25, Μοναστήρι 12 Απριλίου 1905 (νέα ημερομηνία):
«Από πληροφορίες που εδόθησαν από το Συνταγματάρχη Αλμπέρτα και τον ανθυπολοχαγό Γκαστόλντι, τον Ιταλό αξιωματικό που υπηρετεί στη Φλώρινα, φαίνεται ότι κατά τον τελευταίο μήνα οι κάτοικοι της Ζαγορίτσανης και των πέριξ χωρίων είχαν πληροφορίες ότι επίκειται επίθεση από τους Έλληνες, οι οποίοι ήταν γνωστό ότι συγκεντρώνονται σε σχεδόν άβατες περιοχές περί το Λέχοβο και την Μπελκαμένη και όχι μόνο εζήτησαν προστασία από τις αρχές προφορικώς και γραπτώς, αλλά ο ανθυπολοχαγός Γκαστόλντι επέστησε την προσοχή στον καϊμακάμη Φλώρινας για τον επικείμενο κίνδυνο.
Όμως οι αρχές αδράνησαν και περιορίστηκαν να στείλουν για προστασία ένα στρατιωτικό απόσπασμα στη Ζαγορίτσανη, όπου ο επικεφαλής αξιωματικός πληροφόρησε τους χωρικούς ότι δεν υπήρχε λόγος επιφυλακής και αν ένα σώμα ανδρών πλησιάσει το χωριό υπό τον ήχο της σάλπιγγας, θα πρέπει να ξέρουν ότι είναι τουρκικό απόσπασμα. Οι χωρικοί φάνηκε ότι καθησύχασαν, αλλά στις 6 το πρωί της 7ης τρέχοντος ο ήχος της σάλπιγγας ακούστηκε και δεν υποψιάστηκαν τον κίνδυνο, μέχρι που μια συμμορία 300 ανθρώπων, αποτελούμενη από τους πατριαρχικούς των χωριών Στρέμπενο, Μπλατς και των περιοχών Καστοριάς και Κοζάνης και έχοντας επικεφαλής τρία άτομα με στρατιωτικές στολές, άρχισαν να κυκλώνουν το χωριό, και τότε οι χωρικοί αντελήφθησαν την κατάσταση.
Στη διάρκεια της μιάμισης ώρας που ακολούθησε οι απροστάτευτοι χωρικοί έγιναν θύματα της ελληνικής συμμορίας, θανατώθηκαν δε από όπλα, λόγχες, τσεκούρια και δυναμίτη.
Εν τω μεταξύ όμως ένας αγγελιοφόρος στάλθηκε στη Βλαχοκλεισούρα για βοήθεια...
Η συμμορία τότε αποτραβήχθηκε προς το αρχηγείο της στα βουνά του Λεχόβου, παίρνοντας μαζί της περί τους 25 αιχμαλώτους. Ο στρατός στη συνέχεια, μετά από μικρή καταδίωξη, εγκατέλειψε την προσπάθεια να καταδιώξει τους αντάρτες λόγω του δύσβατου εδάφους.
Το σύνολο των άθαφτων πτωμάτων που επιθεωρήθηκαν από το Συνταγματάρχη και τους δύο Προξένους ήταν 62, συμπεριλαμβανομένων 6 γυναικών και 2 παιδιών, τα τελευταία δε πριν σφαχθούν είχαν λογχισθεί και σε μια περίπτωση μάλιστα διαπιστώθηκε ότι μια ολόκληρη οικογένεια ξεκληρίστηκε από τις βόμβες δυναμίτη που ρίχθηκαν από τις οπές του τοίχου στο φτωχόσπιτό τους.
Επίσης κάηκαν 14 σπίτια και άλλοι τόσοι αχυρώνες. Οι Έλληνες έσφαξαν επίσης και αρκετά ζώα. Έξι χωρικοί στάθηκαν μάρτυρες της σφαγής που έλαβε χώρα στο μικρό αυτό χρονικό διάστημα».

Έγγραφο 27, Μοναστήρι 12 Απριλίου 1905 (νέα ημερομηνία):
«Ο καϊμακάμης της Καστοριάς βρέθηκε πρώτος στη Ζαγορίτσανη, ενημέρωσε δε μόνο με ένα σύντομο τηλεγράφημα, ώστε και ο Γενικός Διοικητής ούτε κατά τη διάρκεια της Κυριακής (η σφαγή στο χωριό έγινε το πρωί της Παρασκευής) ενημερώθηκε, παρά για μερικά καμένα και λίγους νεκρούς, κι αυτές οι πληροφορίες προέρχονταν κυρίως από αφηγήσεις διασωθέντων χωρικών...
Το μεγαλύτερο μέρος του χωριού βρίσκεται ακόμα από την προπέρσινη εξέγερση σε ερείπια ή έχει πρόχειρα διορθωθεί. Τώρα όμως και άλλα 10 σπίτια και 28 αχυρώνες κάηκαν. Η ελληνική συμμορία ξεθεμελίωσε το χωριό το πρωί της 7ης τρέχοντος μηνός, αφού επετέθη το χάραμα από πολλές πλευρές ταυτόχρονα. Οι τρεις αρχηγοί είχαν ελληνικές στολές με κάπα, 15 άνδρες ήταν με στολή και οι υπόλοιποι, χωρικοί από τα περίχωρα. Όταν οι κάτοικοι άκουσαν σάλπιγγες, πίστεψαν ότι ένα τμήμα του στρατού έφθασε στο χωριό, πολλοί μάλιστα βγήκαν να τους υποδεχθούν, αλλά αμέσως πυροβολήθηκαν. Οι Έλληνες έβγαλαν αυτούς και όσους άλλους μπόρεσαν από τα σπίτια, καθώς και γυναικόπαιδα, και τους σκότωσαν κατά βάρβαρο τρόπο. Άλλα σπίτια, που δεν μπόρεσαν να καταλάβουν, τα ανατίναξαν με δυναμίτη ή τα πυρπόλησαν. Επίσης δε, περί τους 20 άνδρες οδηγήθηκαν στο βουνό, όπου και σφαγιάσθηκαν. Ταυτόχρονα πήραν λάφυρα, πλιατσικολόγησαν και εκβίασαν για χρήματα.
Μ' αυτό τον τρόπο έδρασε η συμμορία επί τρεις ολόκληρες ώρες και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πολλοί περισσότεροι άνθρωποι θα είχαν φονευθεί αν δεν προλάβαινε να έρθει ο ανθυπολοχαγός της Χωροφυλακής Νεζίρ εφέντη με 40 άνδρες από το παρακείμενο χωριό Κομανίτσεβο και τότε μόνο οι Έλληνες αποσύρθηκαν στα βουνά. Μια μικρή μόνο αψιμαχία έγινε με τους άνδρες του Νεζίρ και τους στρατιώτες που έρχονταν απ' την Κλεισούρα, αλλά χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα. Καταδίωξη δεν έγινε.
Ο καϊμακάμης της Καστοριάς έφθασε το Σάββατο και παρέμεινε μέχρι τη Δευτέρα το πρωί, όπου όμως ξαναεπέστρεψε μετά από τηλεγραφική διαταγή του Βαλή. Επειδή σκοτώθηκε ο μουχτάρης, το χωριό έμεινε χωρίς ηγεσία και ο λοχαγός Μανέρα αναγκάστηκε να επιβάλει την τάξη.
Οι κάτοικοι εντωμεταξύ αρνήθηκαν να θάψουν τους νεκρούς μέχρι την άφιξη των αρχών.
Πήγαμε αμέσως μετά την άφιξή μας από σπίτι σε σπίτι και είδαμε αρκετά πτώματα, όπως και τραυματίες. Το σύνολο των νεκρών ήταν 60, εκ των οποίων 53 άνδρες και 7 γυναίκες. Επίσης, εφονεύθησαν και αρκετά παιδιά. Είδαμε επίσης αρκετά διαμελισμένα από βόμβες και κοντινούς πυροβολισμούς πτώματα. Σε ένα σπίτι είδαμε μια πενταμελή κατακρεουγημένη οικογένεια. Η συμμορία τους έριξε βόμβα δυναμίτη. Ένα κοριτσάκι 5 ετών που έφευγε απ' το σπίτι σκοτώθηκε με λόγχη. Ένας από τους παπάδες εφονεύθη με λογχισμούς. Παντού υπήρχαν βίαια φονευθέντες, από πυροβολισμούς και λόγχες. Μια αβάσταχτη μυρωδιά από τα καμένα και τα αλλοιωμένα πτώματα απλωνόταν σε όλο το χωριό. Παρ' όλα αυτά πήγαμε συνοδευόμενοι από μια τεράστια μάζα ανθρώπων σε όλα τα μέρη του χωριού για να καθησυχάσουμε, όσο ήταν δυνατόν, τους κατοίκους. Στο τέλος διατάξαμε την ταφή των νεκρών. Από τους τραυματίες οι δύο ήταν γυναίκες και το ένα κορίτσι.
Διανυκτερεύσαμε στη Ζαγορίτσανη, όπου και πληροφορηθήκαμε από τους χωρικούς καθώς κι από τους αντιπροσώπους των γύρω χωριών για τον πανικό που κυριάρχησε στη γύρω περιοχή. Τα χωριά Μπόμπιστα και Μπομπόκι εγκαταλείφθηκαν και οι κάτοικοι διασκορπίστηκαν, ζητούσαν δε απεγνωσμένα προστασία. Στα χωριά που περάσαμε δεν βρήκαμε ούτε έναν άνθρωπο.
Επίσης, από όλα τα βουλγαρικά χωριά της περιοχής οι κάτοικοι έφυγαν, τα δε χωριά Βίσενη, Μπούγκαρμπλατς, Πρεκοπάνα, Πρεκοπάνα, Τσερέσνιτσα, Όλιστα και άλλα μας παρέδωσαν γραπτές διαμαρτυρίες, όπου μας παρακαλούσαν να τους προστατέψουμε για να αποφύγουν τα ίδια.
Χθες επιστρέψαμε μέσω Σόροβιτς, αφού σ' όλη τη διαδρομή μας υποδεχόταν πολύς κόσμος και ζητούσε την προστασία μας.
Σήμερα μαζί με τον Βαλή, μοιράσαμε τις παρακλήσεις των χωρικών στους διπλωματικούς αντιπροσώπους, όπου ζητούσαν να είμαστε αμείλικτοι στην καταδίωξη των ληστών, όπως και να αποσταλούν στρατεύματα για την καταδίωξη τους...
Η ελληνική συμμορία, σύμφωνα με τα λεχθέντα των κατοίκων και του λοχαγού Μανέρα, ο οποίος φαίνεται να γνωρίζει καλά την επαρχία του, στρατολόγησε από τα ακόλουθα μέρη: Λέχοβο, Στρέμπενο, Κλεισούρα, Καστοριά, Μπελκαμένη, Κοζάνη, Μπλατς και Σιάτιστα περί τα 150 άτομα» [Μετάφραση Κώστα Καίσαρη. Παρατίθεται από το Γιώργο Πετσίβα, ως σημείωση στα Απομνημονεύματα του Καραβίτη, σ. 238-239].
 Σφαγή 1905 - Δραγούμης
Στο αρχείο του Στέφανου Δραγούμη, υπάρχει το κατωτέρω ανυπόγραφο ντοκουμέντο με τίτλο «Αι εν Ζαγοριτσάνη σφαγαί» και ημερομηνία 19 Απριλίου 1905:
«Εξηκριβώθη ότι υπό του σώματος του υπολοχαγού του πεζικού Στεφάνου Δούκα εν Ζαγοριτσάνη διεπράχθησαν σφαγαί κατά αόπλων πληθυσμών, και ότι ουδεμία συμπλοκή εγένετο προς Βουλγάρους, διότι Βούλγαροι δεν είχον καταφύγει εις Ζαγορίτσανην.
Εφονεύθησαν οι εξής: Φίλιππος Γκιών, ορθόδοξος ελληνίζων, και ο υιός αυτού Στογιάν. Οι αντάρται τους ελήστευσαν συγχρόνως λαβόντες 150 λίρας. Κοσμάς Σαμαρτζής, σχισματικός, μετά πενταμελούς οικογενείας του (εσφάγησαν). Βάνε Κολοκοτρόνης, σχισματικός εκ φόβου. Αναστάσιος Ράπτης, σχισματικός. Γιάννης Κάντζος, μουχτάρης σχισματικός. Χρήστος Κάντζος, σχισματικός, αδελφός του προηγουμένου, έκαυσαν και τας οικίας των. Νικόλαος Κωστάντσας, σχισματικός, 65 ετών. Γιάννης Κωστάντσας (του πήραν και 40 λίρας). Κυριάκος Σαπουνάρας, σχισματικός. Μανώλης Δούκας (85 ετών) σχισματικός. Νικόλαος Δούκας, σχισματικός. Παπαστέφανος, σχισματικός. Νικόλαος Φιλίππου, ορθόδοξος. Γεώργιος Φιλίππου (υιός), ορθόδοξος. Πέτρος Ματσούρης, σχισματικός. Δημ. Λάζου, σχισματικός. Τέσσερις ξένοι ελληνόβλαχοι. Μάρκος Κάλφας, ορθόδοξος 70 ετών. Δημήτρ. Κόντος, σχισματικός. Χρ. Ναούμ, ορθόδοξος. Κωνστ. Μπούας, ορθόδοξος. Κ. Χ. Τσουτσουλίδης ελληνοδιδασκαλοσ, ούτινος ο πατήρ εδολοφονήθη υπό των Βουλγάρων. Σύζυγος Παντελή Μητάλκα. Αργυρ. Μόδης, σχισματικός. Αντώνιος Πατσιτίκωφ. Γιάννης Κοροβέσης, ορθόδοξος. Αναστάσιος Κοροβέσης, ορθόδοξος, ο αδελφός των [είναι] μοναχός εν τη Μονή Πεντέλης. Β. Τσίτσος, 55 ετών, σχισματικός, μετά της γυναικός του. Δημ. Κωνστάντας, σχισματικός. Γεώργ. Ρόνζας εξηκοντούτης σχισματικός. Χρήστος Μάζαρης, εξηκοντούτης ορθόδοξος. Μανώλης Μάντσης, ογδοηκοντούτης, σχισματικός. Ναούμ Χαντζή Μωρέας εξηκοντούτης σχισματικός. Πέτρος Τύρπου, σχισματικός. Δημ. Φίλτσας, σχισματικός. Δημ. Κωνσταντίνου, σχισματικός. Δημ. Πογώνης, ορθόδοξος 75 ετών. Ιωαν. Τορωφίας, ορθόδοξος, 60 ετών. Κοσμάς Νάνος, ορθόδοξος 65 ετών. Εις Εβραίος Γιακής ονόματι εκ Καστορίας. Κατά τας προς με πληροφορίας του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καστορίας κ. Καραβαγγέλη, η Ζαγορίτσανη κατοικείται υπό ορθοδόξων και υπό σχισματικών, και αμφότεροι εκκλησιάζονται εν τω αυτώ ναώ εναλλάξ. Δεν ήτο δε κέντρον βουλγαρισμού ως παρίσταται, μόλον ότι είνε πατρίς του Γιανκώφ, ούτινος οι συγγενείς εισίν έλληνες ορθόδοξοι, πρωτοξάδελφος δε αυτού ο φονευθείς Φίλιπ. Γκιων ορθόδοξος.
Εκ των φονευθέντων μόνον περί τους 5 ήσαν ίσως θανάτου άξιοι ως υποκινηταί του κομιτάτου. Οι δε φονευθέντες ορθόδοξοι έχουσι συγγενείς και εις τα περίχωρα και εννοείται οποίον αίσθημα φρίκης κατέλαβε αυτούς προς τα ελληνικά σώματα παρ’ ων ανέμεναν προστασίαν ζωής, τιμής, περιουσίας»[Αρχείο Στέφανου Δραγούμη, υποφακ. 206. 1. 2].

Υπόμνημα ΔΣΕ 1947
«Χωριό Βασιλειάδα. Στις 9 Απρίλη 1945 περικυκλώθηκε το χωριό από Αραπάδες και Εθνοφύλακες. Κάλεσαν το λαό για να τους μιλήσουν. Από τη συγκέντρωση άρπαξαν 72 πολίτες στο σχολείο για να τους μιλήσουν. Ακόμα βρίσκονται στις φυλακές και τα ξερονήσια. Βασανίστηκαν με τον πιο σκληρό τρόπο οι γυναίκες: Ευδοξία Σουγκάρση, Βασιλ. Μαρκοπούλου, Ελένη Λιοτίκα, Ελισσάβετ Κοτόρη, Σουλτάνα Δούκα, Σοφία Δούκα, Ελένη Τύπου, Ελένη Σουλτάντση, Χρυσάνθη Σουλτάντση, Ελένη Γάου, Αγγελική Σπάντσιου, Βασιλική Πισμίρη, Ελευθερία Πισμίρη, Ελευθερία Κιοτσούκη, Μαριάνθη Στεφάνου, Καλλιόπη Δούκα, Σοφία Σιδέρη, Όλγα Βλατσάνη, Μαρία Παπαγρηγορίου. Πλιατσικολογήθηκαν όλα τα σλαυομακεδόνικα σπίτια, από αποσπάσματα και ένοπλους μοναρχοφασίστες. Αρπάχτηκαν πάνω από 2.000 πρόβατα και 250 μεγάλα ζώα. Κάψαν 1 σπίτι και 2 αχυρώνες. Οι περισσότεροι άνδρες αναγκάστηκαν να φύγουν σε διάφορα μέρη».

Κλειδής
«Η Ζαγορίτσανη ονομάστηκε Βασιλειάδα αλλά λίγο ησύχασε. Ο Βασίλης Κίτσιος έχει το τελευταίο πριν τα υψώματα σπίτι και συγκεντρώνει ό,τι μπορεί για το χωριό. Ποιο ήταν το ύψωμα τους, το Στρίλετς και Σίμοβα Νίβα έχουν 1076 μ. ύψος. Εκείνη η εκκλησία - τα Εισόδια - χτίστηκε το 1861 πάνω σε αρχαίο ναό. Κάποια σπίτια είναι ακόμα καμένα. Ποιο ήταν το ύψωμά τους, εκεί που σήμερα είναι το υδραγωγείο, κλείνουν και τα τρία στην ίδια γραμμή το χωριό και μπροστά απ' τη Βασιλειάδα η λίμνη γυαλίζει.
- Πότε ησυχάσαμε, ποτέ. Αν εκείνοι του πέντε, ήταν εγκληματίες, ο στρατός μας στον εμφύλιο τι ήταν, φόρτωσε το χωριό στα καμιόνια, πέρασε απ' αυτή τη χαράδρα και τους εκτέλεσε. Πόσους, λένε τριακόσιους. Γιατί, γιατί έλεγαν ότι είναι Βούλγαροι και Εαμίτες. Γι αυτό. Πόσα κάψανε το πέντε, είκοσι σπίτια, εκατό, ο στρατός έκαψε το μισό χωριό. Άι, ποιος θα τα γράψει αυτά, Έλληνες να σκοτώνουν Έλληνες,
- Εδώ όλα τα κάνει η πολιτεία. Έφερε τους πρόσφυγες, σύμφωνοι, Έλληνες. Σαν ήρθαν λέγανε εμάς Βούλγαρους. Πάμε στην Αστυνομία, λένε, γιατί τι είστε, ακούς φίλε, τρώγαμε και ξύλο. Μετά μοιράζουν τα κτήματα. Οι πρόσφυγες τα καλά, εμείς τα άχρηστα.
Στον εμφύλιο πολλοί πέρασαν τα σύνορα. Ήρθανε φέτος και βρίσκουν την περιουσία τους καταπατημένη. Τώρα δεν έχουν τίποτα. Ποιος διχάζει τον Ελληνισμό, ποιος μας φωνάζει "Βούλγαρους" στα γήπεδα, ποιος διχάζει και γιατί, το χωριό είναι όμορφο και πλούσιο σήμερα. Περνάμε καλά αλλά η πίκρα μου... τι να γράψεις, δε γίνεται τίποτα με γραφτά. Η καρδιά του Μακεδόνα γράψε πως κλαίει. Όλα στην Ελλάδα τα βλέπουν μετά τη γιορτή. Όταν είναι αργά» [Κλειδής, 221-222].


Σύγχρονα επώνυμα οικογενειών
ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ, ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ (2), ΑΡΜΕΝΗΣ, ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ, ΔΙΟΝΥΣΙΑΔΗΣ (4), ΔΟΛΗΣ (2), ΔΟΥΚΑΣ (4), ΔΡΑΜΑΣ (2), ΔΩΜΟΥ, ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ, ΖΑΧΟΣ (3), ΙΩΑΝΝΟΥ (3), ΚΑΛΑΣ, ΚΑΛΑΙΤΖΙΔΗΣ, ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ (4), ΚΑΜΠΟΥΡΗΣ, ΚΑΝΤΖΙΟΣ, ΚΑΝΤΖΟΣ (4), ΚΑΡΑΚΩΣΤΑΣ, ΚΑΦΕΣ, ΚΙΤΣΙΟΣ (3), ΚΛΕΙΟΥΣΗΣ, ΚΟΛΚΙΔΗΣ, ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ, ΚΩΤΣΚΟΣ, ΛΑΖΑΡΙΔΗΣ, ΛΙΟΥΖΑΣ (2), ΜΑΝΤΣΗΣ (3), ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ (3), ΜΑΣΤΟΡΙΔΗΣ (5), ΜΟΤΣΚΟΣ, ΜΟΥΤΗΣ, ΜΠΑΜΠΑΛΑΣ, ΜΠΑΡΤΖΟΣ (4), ΜΠΕΖΑΣ, ΜΠΙΡΤΣΟΣ, ΜΠΟΣΗΣ (2), ΜΠΟΥΚΟΝΗΣ, ΜΠΟΥΣΙΟΣ, ΜΠΟΥΤΣΗΣ (3), ΜΠΟΥΤΣΚΟΣ, ΝΟΤΑΣ (2), ΟΥΣΛΙΟΣ, ΠΑΛΙΟΣ (3), ΠΑΝΤΟΥΛΗΣ, ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ (2), ΠΑΡΤΣΗΣ, ΠΑΣΙΑΣ (2), ΠΕΤΛΙΤΣΚΑΣ, ΠΕΤΡΟΥ (2), ΠΟΥΡΣΑΝΙΔΗΣ (15), ΠΡΟΚΟΠΙΔΗΣ (5), ΣΑΜΟΥΚΑΣΙΔΗΣ, ΣΙΑΜΠΑΝΗΣ (2), ΣΙΑΠΑΖΗΣ, ΣΙΒΑΣ, ΣΠΑΝΙΔΗΣ, ΣΠΑΝΤΣΗΣ, ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΣΠΥΡΟΥ (4), ΣΤΑΜΠΑΣΙΔΗΣ, ΣΤΕΦΑΝΟΥ, ΣΤΟΓΙΑΝΝΙΔΗΣ, ΣΤΟΙΤΣΗΣ (2), ΣΤΡΕΖΟΣ (3), ΤΖΗΜΑΣ (2), ΤΖΩΓΑΣ, ΤΟΡΟΦΙΑΣ, ΤΟΥΝΤΗΣ (2), ΤΣΑΚΙΡΗΣ, ΤΣΑΠΑΡΑΣ (3), ΤΣΕΛΙΟΣ, ΤΣΙΜΟΥΡΑΣ, ΤΣΙΤΣΗΣ (3), ΤΣΟΥΤΣΟΥΛΗΣ, ΤΥΠΟΑΣ, ΦΑΛΛΙΑΣ, ΦΡΑΓΓΟΣ (2), ΦΡΑΓΚΟΣ, ΦΥΛΑΚΤΙΔΗΣ (2), ΧΑΙΡΟΠΟΥΛΟΣ (2), ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ, ΧΑΤΣΙΟΣ.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου